Κάποτε ένα πλήθος από μαστόρους και μαθητάδες έχτιζαν στο ποτάμι της Άρτας μια γέφυρα, η οποία όμως κάθε βράδυ γκρεμιζόταν. Μια μέρα ένα πουλί που μιλούσε σαν άνθρωπος υπέδειξε ότι για το στέριωμα της γέφυρας έπρεπε να θυσιαστεί η όμορφη γυναίκα του πρωτομάστορα. Και αυτός, με πολλή θλίψη βέβαια, την ειδοποιεί με ένα πουλί να έρθει. Εκείνη κάνει την εμφάνιση της ευδιάθετη, πιστεύει με αφέλεια το ψέμα, ότι έχει πέσει μέσα στο νερό το δαχτυλίδι του άντρα της, προθυμοποιείται να το βγάλει, αλλά αμέσως αντι­λαμβάνεται πως έχει πέσει σε παγίδα, ζητάει να τη βγάλουν, όμως αντί γι' αυτό τη χτίζουν στα θεμέλια της γέφυρας, ενέργεια στην οποία πρωτοστατεί ο ίδιος ο άντρας της. Η λυγερή θυμάται τις δυο μεγαλύτερες αδερφές της, που είχαν την ίδια μοίρα, και καταριέται τη γέφυρα, αλλά για να μη στραφεί η κατάρα εναντίον του ξενιτεμένου αδερφού της, μετατρέπει στο τέλος την κατάρα σε μια ιδιότυπη ευχή.