μαθητάδες: βοηθοί, καλφάδες, τσιράκια (παρατηρούμε ότι στα δημοτικά τρα­γούδια δε χρησιμοποιείται ακόμη η λ. εργάτες)·

γιοφύρι: γέφυρα (πρόκειται για μεγάλη γέφυρα)·

οι δούλεψες: τ\ δουλειά, ο κόπος-

εδιάβη (διαβαίνω): έφτασε, ήρθε

στοιχειώνω: θυσιάζω ζώο ή άνθρωπο στα θεμέλια ενός κτίσματος, ώστε
η ψυχή του να γίνει στοιχειό και να το προστατεύει-

διαβάτης: τυχαίος περαστικός-

τ' αποταχύ: το πρωί-

πάρωρα: αργά, καθυστερημένα-

γιόμα: μεσημέρι-

του  θανάτου πέφτει: πέφτει να πεθάνει (υπερβολή: πόνεσε πολύ)-

μηνάει :ειδοποιεί-

ντυθεί, αλλαχτεί: να ντυθεί και να βάλει τα καλά της, να στολιστεί-

παράκουσε: δεν άκουσε καλά-

εξανάφαναν: φάνηκε να έρχεται-

βαργωμισμένος: στενοχωρημένος, κακόκεφος-

καμάρα: τόξο γέφυρας-

όλον τον κόσμο ανάγειρα: ανασήκωσα τα πάντα (όλο το μέρος) ψάχνοντας-

πιχάει: δουλεύει τη λάσπη με το μυστρί, σοβαντίζει-

ριζικό: μοίρα, τύχη-

κακογραμμένες: αυτές του έχουν κακό γραφτό, κακιά μοίρα-

έχτισε το Δούναβη: θυσιάστηκε, για να χτιστεί γέφυρα στο Δούναβη-

Αφράτης: Ευφράτης-

 πλιο στερνότερη: η πιο μικρή η τελευταία στη σειρά-

καρυόφυλλο: φΰλλο καρυδιάς-

πόχεις: που έχεις,  γιατί έχεις-

μη λάχει και...: μη τυχόν και...-

τι έχω: γιατί έχω.