|
|
|
|
Ερωτήσεις 1. Τι θέλει να πετύχει ο ποιητής κι επαναλαμβάνει πάλι και πάλι τη φράση «για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες»;Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για συνειρμό που γεννιέται σε αντίθεση με το «Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων...». Στη δεύτερη, η ίδια φράση, συμπληρωμένη με το «μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους» δίνει μια εικόνα της ισοπέδωσης: όλα είναι το ίδιο ανίσχυρα μπροστά στη βαρβαρότητα του πολέμου.
2.Στις τέσσερις πρώτες παραγράφους η περιγραφή της πορείας είναι ρεαλιστική. Οι πιο χαρακτηριστικές σκηνές βρίσκονται στο χωρίο: «Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα... πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα». Ο ποιητής δείχνει συγχρόνως μεγάλη ευαισθησία απέναντι στη φύση: «Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε... να που ήταν ανάγκη, λέει...» Και παρακάτω, στη δ' παράγραφο, η ίδια ευαισθησία γίνεται ακόμα πιο έκδηλη με την προσωποποίηση των πουλιών στο χωρίο «Και τα πουλιά μάς θύμωναν... μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι». 3. Γιατί ο ποιητής παρουσιάζει τους νεκρούς του εθνικού μας παρελθόντος να συμμετέχουν στην πορεία ; Ο ποιητής παρουσιάζει τους νεκρούς των περασμένων αγώνων να συμμετέχουν στην πορεία καθώς η παρουσία αυτή, η μνήμη των προγόνων, είναι παρηγοριά και ενθάρρυνση. Επιτέλους, ο πόλεμος δεν είναι το Κακό που παράλογα και αναίτια ξέσπασε ειδικά πάνω σ' αυτούς. Είναι ένα τραγικό όσο και αναπόφευκτο κομμάτι της πορείας του έθνους. Τώρα αυτοί, άλλοτε άλλοι, προσέφεραν τη δική τους συμμετοχή. |