ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Α΄ Το δράμα

Το δράμα ήταν έργο θεατρικό, προορισμένο στα χρόνια της ακμής του πάντοτε για παράσταση και όχι για απλή ανάγνωση ή αφήγηση. Ήταν συνθέτη καλλιτεχνική δημιουργία. Εκτός από το λόγο, το κύριο όργανο της καλλιτεχνικής του έκφρασης, στη σύνθεση και στην εκτέλεση του ήταν απαραίτητη η συνδρομή και άλλων τεχνών: της μουσικής και της όρχησης (σκηνοθεσίας, υποκριτικής, σκηνογραφίας, στιχουργικής). Έτσι, το δράμα συνδύαζε στοιχεία από τα δύο άλλα είδη του ποιητικού λόγου, του έπους και της λυρικής ποίησης.
Σε αντίθεση με το έπος και τη λυρική ποίηση, όπου η δράση παρουσιάζεται ως θέμα αφήγησης, κατά την εκτέλεση του δράματος ο θεατής βλέπει μπροστά του πρόσωπα, τους ηθοποιούς και τους χορευτές, να δρουν, δηλαδή να υποδύονται άλλα πρόσωπα, τους ήρωες του έργου. Στο δράμα λοιπόν η δράση παρουσιάζεται σαν ζωντανή πραγματικότητα.
 

 Β. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ


Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η τραγωδία προήλθε από το διθύραμβο, ένα χορικό άσμα που ψαλλόταν προς τιμή του θεού Διονύσου. Πιο συγκεκριμένα, οι προεξάρχοντες του διθυραμβικού χορού, δηλαδή οι πρώτοι χορευτές, κάποια στιγμή ξεχώρισαν από τον υπόλοιπο χορό και ο λόγος τους διαφοροποιήθηκε από το λόγο των υπόλοιπων χορευτών. Ο Αρίων ο Μηθυμναίος θεωρείται ευρετής του τραγικού τρόπου. Τούτο σημαίνει πως αυτός πρώτος παρουσίασε τους χορευτές, που τραγουδούσαν το διονυσιακό διθύραμβο μεταμφιεσμένοι σε τράγους, δηλαδή σε Σάτυρους. Ο Αρίων συνέθεσε με επιμέλεια τους στίχους και τη μουσική των διθυράμβων του, που τους εκτελούσε ένας κυκλικός χορός από 50 άντρες, τους οποίους ασκούσε ο ίδιος. Ο χορός αυτός τραγουδούσε το διθύραμβο με συνοδεία κιθάρας και χόρευε γύρω από το βωμό του θεού Διονύσου.
Μετά τον Αρίωνα, ο Θέσπης, που καταγόταν από το Δήμο της Ικαρίας της Αττικής, έδωσε ειδικό ρόλο στον προεξάρχοντα του διονυσιακού χορού, που είχε εισαγάγει ο Αρίων, ξεχωρίζοντας τον από το κύριο σώμα και την ομάδα των άλλων
χορευτών. Παρενέβαλε κάποιους στίχους στο διθύραμβο σε άλλο μέτρο, χωρίς μελωδία, κατάλληλους για απαγγελία. Ένωσε, δηλαδή, το λυρικό με το επικό στοιχείο. Τους στίχους αυτούς αρχικά τους απήγγελλε ο ίδιος, υποδυόμενος κάποιο μυθικό πρόσωπο. Με τους στίχους αυτούς υποκρινόταν, δηλαδή αποκρινόταν στο προηγούμενο μέρος του τραγουδιού, ή έδινε νέα ώθηση σε αυτό και έκανε τη συνέχεια του πιο ενδιαφέρουσα και ευπρόσδεκτη από τους θεατές. Δημιουργούσε την κατάλληλη ατμόσφαιρα, που βοηθούσε τους θεατές να καταλάβουν καλύτερα το άσμα που ψαλλόταν. Έτσι, ο Θέσπης βοήθησε ώστε ο διθύραμβος να αποκτήσει διαλογική μορφή και να μετεξελιχθεί σιγά σιγά σε τραγωδία.
Η τραγωδία, κατά τον Αριστοτέλη, είναι μίμηση (μίμησις) μιας σπουδαίας και αξιόλογης πράξης (πράξεως), μια δημιουργική και ελεύθερη σύνθεση στοιχείων της πραγματικότητας, με τάση προς εξιδανίκευση, και όχι πιστή και δουλική αντιγραφή της. Η πράξη αυτή είναι τέλεια (τελεία), δηλαδή έχει αρχή, μέση και τέλος. Επίσης, έχει μέγεθος (μέγεθος), δηλαδή είναι ευσύνοπτη, και έχει τόση έκταση, ώστε να δίνει τη δυνατότητα στο θεατή να σχηματίσει μια ξεκάθαρη και ολοκληρωμένη αντίληψη αυτών που διαδραματίζονται και να διαμορφώσει σαφή εικόνα των επιμέρους σκηνών και του όλου. Η μίμηση αυτή γίνεται με λόγο που έχει αρμονία, ρυθμό και μελωδία (ηδυσμένω λόγω)- τα στοιχεία όμως αυτά δε διασκορπίζονται σε ολόκληρο το έργο, αλλά τοποθετούνται στα διάφορα μέρη του ανάλογα με τις ανάγκες του. Τέλος, χαρακτηριστικό της τραγωδίας είναι η δράση και όχι η απαγγελία (όρώντωνκ αι ου δι' απαγγελίας).
Οι τραγικοί ποιητές αντλούσαν τα θέματα των έργων τους από την ανεξάντλητη πηγή των μύθων. Προτιμούσαν κυρίως τους τρεις μυθολογικούς κύκλους: τον Αργοναυτικό, το Θηβαϊκό και τον Τρωικό. Από τις σωζόμενες τραγωδίες μόνο οι Πέρσες του Αισχύλου έχουν ιστορικό περιεχόμενο (αναφέρονται στον αντίκτυπο που είχε στην αυλή του βασιλιά των Περσών η ήττα τους στη Σαλαμίνα) και μόνο οι Βάκχες του Ευριπίδη σχετίζονται με τις περιπέτειες του θεού Διονύσου.
Οι τραγικοί ποιητές σέβονταν τους μύθους, αλλά πολλές φορές τους τροποποιούσαν και τους προσάρμοζαν στους δραματικούς τους στόχους. Έτσι, ο μύθος γινόταν κάθε φορά φορέας ενός νέου προβληματισμού.
Σε μια κλασική τραγωδία διακρίνουμε τα κατά ποσόν και τα κατά ποιόν μέρη. Στα πρώτα ανήκουν ο Πρόλογος, τα Επεισόδια, τα Στάσιμα και η Έξοδος (επικό στοιχείο), όπως και η Πάροδος, τα Στάσιμα, οι κομμοί και οι μονωδίες/διωδίες, δηλαδή σύντομα άσματα που τραγουδούσαν ένας ή δύο ηθοποιοί (λυρικό στοιχείο). Στα κατά ποιόν μέρη της τραγωδίας περιλαμβάνονται: ο μύθος, δηλαδή η υπόθεση, το σενάριο, το ήθος, δηλαδή ο χαρακτήρας, η ψυχοπνευματική κατάσταση των προσώπων, η όψη, δηλαδή η σκηνοθεσία και η σκηνογραφία, η λέξη, δηλαδή τα εκφραστικά μέσα και οι εκφραστικοί τρόποι, η διάνοια, δηλαδή τα μηνύματα και οι ιδέες, το μέλος, δηλαδή η μουσική επένδυση.
 

 Γ. ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ


Τα μέρη του αρχαίου θεάτρου είναι:
α) το κοίλο ή κυρίως θέατρο, που χωριζόταν σε δύο ή τρεις ζώνες με έναν ή δύο
οριζόντιους διαδρόμους, οι οποίοι ονομάζονταν διαζώματα, και περιλάμβανε
τις κερκίδες, όπου κάθονταν οι θεατές, β) η ορχήστρα, ένας κυκλικός ή ημικυκλικός χώρος που βρισκόταν ανάμεσα στη
σκηνή και το κοίλο, είχε στη μέση της το βωμό του θεού Διονύσου, τη θυμέλη,
και προοριζόταν για το Χορό, γ) η σκηνή, που προοριζόταν για τους υποκριτές.
Στο αρχαίο θέατρο χρησιμοποιούνται:
α) οι περίακτοι, δύο πρισματικοί ξύλινοι στύλοι τοποθετημένοι στα δύο άκρα της σκηνής, που περιστρέφονταν γύρω από έναν άξονα, όταν ήταν ανάγκη να αλλάξει το σκηνικό, και παρουσίαζαν τους ζωγραφισμένους πίνακες που ήταν στερεωμένοι πάνω τους,
β) το εκκύκλημα, ένα τροχοφόρο δάπεδο, με τη βοήθεια του οποίου παρουσιάζονταν στους θεατές ομοιώματα νεκρών (καθώς, σύμφωνα με πάγια τακτική, σπά¬νια παρουσιαζόταν φόνος ή βίαια πράξη μπροστά στα μάτια των θεατών στην αρχαία ελληνική τραγωδία), και
γ) το αιώρημα, ένα είδος γερανού, με τη βοήθεια του οποίου παρουσιαζόταν στους θεατές ο λεγόμενος «από μηχανής θεός».
Οι υποκριτές μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας φορούσαν:
α) ενδυμασία ανάλογη με τον τελετουργικό χαρακτήρα του αρχαίου θεάτρου και τη φύση του ρόλου που υποδύονταν (οι βασιλιάδες φορούσαν ζωηρόχρωμους ποδήρεις χιτώνες, οι θεοί κρατούσαν τα σύμβολα τους, οι μάντεις φορούσαν πάνω από το χιτώνα το αγρηνόν, ένα μάλλινο ένδυμα, κτλ.),
β) κοθόρνους, δηλαδή υψηλά υποδήματα, για να φαίνονται πιο επιβλητικοί και μεγαλόσωμοι,
γ) προσωπείο, απαραίτητο στοιχείο της διονυσιακής λατρείας, που βοηθούσε τους υποκριτές να υποδυθούν τους ήρωες του έργου με μεγαλύτερη πειστικότητα, αλλά και τους θεατές να εξιδανικεύσουν τους ήρωες και να μεταφερθούν σε έναν ιδεατό κόσμο, τον κόσμο των θεών και των ηρώων.


 Δ. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ


Παρουσίαση νέων θεατρικών έργων στην Αθήνα γινόταν στο θέατρο του Διονύσου, το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, κατά τις εορτές των Δηναίων και των Μεγάλων ή εν άστει Διονυσίων, που συνέπιπταν με την εποχή της  άνοιξης. Τη δαπάνη των παραστάσεων αναλάμβαναν οι λεγόμενοι «χορηγοί». Η Χορηγία ήταν μία από τις λειτουργίες που είχαν καθιερωθεί στην Αθήνα, ήταν
δηλαδή μία μορφή έμμεσης φορολογίας των πλουσίων. Η λειτουργία αυτή ήταν βαριά αλλά παράλληλα πολΰ τιμητική. Την αναλάμβαναν κάθε φορά τρεις πλούσιοι Αθηναίοι, που ορίζονταν από τον επώνυμο άρχοντα μετά από υπόδειξη των φυλών τους και είχαν την υποχρέωση να αναλάβουν τη δαπάνη για τη διδασκαλία και την προετοιμασία του Χορού των έργων που συμμετείχαν στο δραματικό αγώνα. Με κλήρο οριζόταν ποιητής που θα συνεργαζόταν με καθέναν από τους τρεις χορηγούς. Σε περίπτωση νίκης το όνομα του χορηγού γραφόταν μαζί με αυτό του ποιητή σε πλάκες που φυλάσσονταν στο δημόσιο αρχείο και λέγονταν διδασκαλίες, ενώ και ο ίδιος, όπως ο ποιητής, βραβευόταν με στεφάνι καμωμένο από κισσό, σύμβολο του θεού Διονύσου (βλ. το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη, γνωστό ως Φανάρι του Διογένη, στην Πλάκα).
Η όλη διαδικασία της διεξαγωγής του δραματικού αγώνα περιλάμβανε την επιλογή από τα αρμόδια όργανα της πόλης των τριών υποψήφιων να διαγωνιστούν ποιητών, τον ορισμό των χορηγών, τις δοκιμές και τον προάγωνα, μια εκδήλωση που οργανωνόταν στο Ωδείο, το οποίο είχε χτίσει ο Περικλής, και στην οποία οι τρεις ποιητές που είχαν προκριθεί παρουσίαζαν τα έργα τους και τους συντελεστές τους. Το τελευταίο στάδιο της προετοιμασίας ήταν η επιλογή των κριτών, διαδικασία αρκετά πολύπλοκη, που διασφάλιζε την αντικειμενικότητα και απέτρεπε τις δωροδοκίες. Αρχικά, καθεμία από τις δέκα φυλές εξέλεγε ορισμένους υποψηφίους (ενδεχομένως 50). Οι κάλπες με τα ονόματα τους σφραγίζονταν και φυλάσσονταν στον οπισθόδομο του Παρθενώνα. Την ημέρα της γιορτής γινόταν η οριστική επιλογή των κριτών. Από κάθε κάλπη κληρωνόταν ένα όνομα. Έτσι, αναδεικνύονταν με κλήρο 10 κριτές, οι οποίοι ορκίζονταν ότι θα ψηφίσουν κατά συνείδηση. Η παράσταση πλέον μπορούσε να αρχίσει.
 

Ε. 0 ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ


Στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Ευριπίδη συνέβαλαν:
α) η υψηλή κοινωνική θέση της οικογένειας του,
β) η καλή οικονομική του κατάσταση,
γ) η επίδραση που δέχτηκε από τους δύο άλλους μεγάλους τραγικούς ποιητές (Αισχύλο, Σοφοκλή) και
δ) η γνωριμία του με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του, όπως με το φιλόσοφο Αναξαγόρα, τους σοφιστές Πρόδικο και Πρωταγόρα, το φιλόσοφο Σωκράτη κ.ά.
Ο Ευριπίδης συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της τραγωδίας. Καινοτομίες του θεωρούνται: α) οι εκτενείς διάλογοι, από τους οποίους αντλούνται πληροφορίες για την προϊστορία του μύθου, β) η εισαγωγή του από μηχανής θεού και η χρήση της αιώρας, γ) ο περιορισμός της έκτασης των χορικών και η χαλάρωση της σχέσης τους με το θέμα των επεισοδίων που προηγούνται, δ) η αύξηση του αριθμού
και της έκτασης των μονωδιών, ε) η εισαγωγή του μέλους και του ρυθμού της Ανα¬τολής.
Ο Ευριπίδης ονομάστηκε «από σκηνής φιλόσοφος», επειδή η ποίηση του είχε ένα πνεύμα νεοτεριστικό και μοντέρνο. Ανέλυε τη ζωή του ανθρώπου και τα πάθη του με φιλοσοφική διάθεση, αντιμετώπιζε την παράδοση και τις αξίες της με ορθολογιστικό πνεύμα και, επηρεασμένος από τη σοφιστική κίνηση της εποχής, αμφισβητούσε τους θεσμούς. Επέκρινε τις αντιλήψεις των ανθρώπων για τους θεούς και γι' αυτό θεωρήθηκε ασεβής και άθεος. Μέσα στα έργα του υπάρχουν πολλά γνωμικά, τα οποία μαρτυρούν τη φιλοσοφική του διάθεση.
Ο Ευριπίδης ασχολείται με τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων. Τους παρουσιάζει με όλα τα πάθη και τις αδυναμίες τους και γι' αυτό οι ήρωες του εμφανίζονται όπως είναι στην πραγματικότητα και όχι εξιδανικευμένοι, όπως στο Σοφοκλή, ή υπερφυσικοί, όπως στον Αισχύλο. Πιστεύει πως ο άνθρωπος μόνος του δημιουργεί τη μοίρα του με τις επιλογές του, πως αποφασίζει ελεύθερα και δεν είναι θύμα της θείας βούλησης και του πεπρωμένου γι' αυτό και ευθύνεται για τις επιλογές και τις πράξεις του.
Στα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη συμπεριλαμβάνονται: η Μήδεια, η Ηλέκτρα, η Ιφιγένεια η εν Ταυροις, η Ιφιγένεια η εν  Αυλίδι, οι Βάκχες, η Ελένη, ο Ιππόλυτος, ο Ορέστης, ο Ίων κ.ά.