|
Εὐμεγέθης ἔλαφος ὥρᾳ θέρους |
Ένα μεγαλόσωμο ελάφι σε εποχή καλοκαιριού, |
|
διψῶν παραγίνεται |
καθώς διψούσε, φτάνει κοντά |
|
ἐπὶ τινα πηγήν διαυγῆ καὶ
βαθεῖαν |
σε κάποια καθαρή και βαθιά πηγή |
|
καὶ πιών ὅσον ἤθελεν |
και, αφού ήπιε όσο (νερό) ήθελε, |
|
προσεῖχεν τῇ ἰδέᾳ τοῦ σώματος. |
παρατηρούσε τη μορφή του σώματός του. |
|
Καὶ μάλιστα μὲν ἐπήνει τήν φύσιν τῶν κεράτων
|
Και κυρίως επαινούσε τη φύση των κεράτων του |
|
ὡς κόσμος εἴη παντί τῷ σώματι.
|
με την ιδέα ότι αυτά ήταν στολίδι για όλο το σώμα
του. |
|
Ἔψεγεν δὲ τήν λεπτότητα τῶν σκελῶν |
Αντίθετα, κατηγορούσε τα λεπτά του πόδια, |
|
ὡς οὐχ οἵων τε ὄντων |
επειδή, κατὰ τη γνώμη του, δεν μπορούσαν |
|
φέρειν πᾶν τὸ βάρος. |
να αντέξουν όλο το βάρος του. |
|
Ἐν ὧ δὲ πρὸς τούτοις ἦν, |
Και ενώ ασχολούνταν με αυτά, |
|
αἰφνιδίως ἀκούεται
ὑλακή τε κυνῶν |
ξαφνικά ακούγεται γάβγισμα
σκυλιών |
|
καὶ κυνηγέται πλησίον . |
και κυνηγοί το πλησιάζουν. |
|
Ὁ δὲ ὥρμα πρὸς φυγήν |
Αυτό άρχισε να τρέχει ορμητικά, για να ξεφύγει |
|
καὶ, μέχρις ὅπου διὰ πεδίου ἐποιεῖτο τὸν δρόμον, |
και, όσο έτρεχε σε ομαλό έδαφος, |
|
ἐσώζετο ὑπὸ τῆς ὠκύτητος τῶν σκελῶν. |
σωζόταν από την ταχύτητα των ποδιών του.
|
|
Ἐπεὶ δὲ ἐνέπεσεν εἰς πυκνήν καὶ δασεῖαν ὕλην, |
Όταν όμως έφτασε σε αδιαπέραστο και πυκνό δάσος, |
|
ἐμπλακέντων αὐτῷ τῶν κεράτων ἑάλω, |
επειδή του μπλέχτηκαν τα κέρατα, παγιδεύτηκε |
|
μαθὼν πείρᾳ |
και έμαθε εξ ιδίας πείρας |
|
ὅτι ἄρα ἦν ἄδικος κριτὴς τῶν ἰδίων |
ότι πράγματι ήταν άδικος κριτής των ατομικών του
γνωρισμάτων, |
|
ψέγων μὲν τὰ σώζοντα, |
γιατί κατηγορούσε αυτά που το έσωζαν, |
|
ἐπαινῶν δὲ τὰ προδόντα αὑτόν. |
ενώ επαινούσε αυτά που το πρόδωσαν. |