|
Ἀθηναῖοι, ὡς καὶ οἱ κατοικοῦντες ἑτέρας πόλεις,
|
Οι Αθηναίοι, όπως και αυτοί που κατοικούν στις άλλες
πόλεις, |
|
πολλὰ ἐπιτηδεύουσιν ἐν τῷ βίῳ, |
ασκούν πολλά επαγγέλματα στη ζωή τους, |
|
ἵνα πορίζωνται τὰ ἀναγκαῖα: |
για να εξασφαλίζουν τα αναγκαία: |
|
Ναυσικύδης
ὤν ναύκληρος ἐσπούδαζε |
Ο Ναυσικύδης που ήταν πλοιοκτήτης, μεριμνούσε |
|
περὶ τὴν τροφὴν τοῦ σώματος ἑαυτῷ καὶ τοῖς οἰκείοις, |
για τη συντήρηση του εαυτού του και των δικών του, |
|
τοῦτ’ αὐτό δὲ ἐποίουν |
και το ίδιο ακριβώς έκαναν |
|
Ξένων ὁ ἔμπορος καὶ Ξενοκλῆς ὁ
κάπηλος. |
ο Ξένων ο έμπορος και ο Ξενοκλής ο μικροπωλητής. |
|
Πολύζηλος ἔτρεφεν ἑαυτόν καὶ οἰκέτας |
Ο Πολύζηλος συντηρούσε τον εαυτό του και τους
οικιακούς του δούλους |
|
ἀπὸ ἀλφιτοποιίας, |
με την παρασκευή κριθάλευρου, |
|
ἔτι δὲ πολλάκις |
και ακόμα μερικές φορές |
|
ἐλειτούργει τῇ πόλει. |
προσέφερε δημόσια υπηρεσία στην πόλη με δικά του
χρήματα. |
|
Γλαύκων
ὁ Χολαργεύς ἐγεώργει |
ο Γλαύκων από το Χολαργό ήταν γεωργός |
|
καὶ
ἔτρεφε βοῦς, |
και έτρεφε βόδια, |
|
Δημέας δὲ διετρέφετο |
ο Δημέας ζούσε |
|
ἀπὸ χλαμυδουργίας, |
από την τέχνη της κατασκευής χλαμύδων, |
|
οἱ πλεῖστοι δὲ Μεγαρέων ἀπὸ ἐξωμιδοποιίας. |
και οι περισσότεροι από τους Μεγαρείς από την τέχνη
της κατασκευής εξωμίδων. |
|
Οὐκ ὀλίγοι τῶν πολιτῶν ἐξαμάνθανον τέχνην τινά, |
Αρκετοί από τους πολίτες μάθαιναν καλά κάποια τέχνη, |
|
οἷον τὴν (τέχνην) τῶν λιθοξόων, |
όπως την τέχνη του μαρμαρά, |
|
κεραμέων, τεκτόνων, σκυτοτόμων, |
του κεραμέα, του μαραγκού, του τσαγκάρη, |
|
καὶ
ἐξειργάζοντο πλεῖστα ἐπιτήδεια τῷ βίῳ. |
και εξασφάλιζαν πάρα πολλά αναγκαία αγαθά για τη ζωή
τους. |