|
|
Περίληψη Τα συναισθήματα του νεαρού Ν. Καζαντζάκη τη μέρα που πρόκειται να πάει για πρώτη φορά στο σχολείο είναι ανάμεικτα. Από τη μια νιώθει χαρούμενος και ανυπόμονος να βιώσει αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, καπό την άλλη αισθάνεται φόβο για το άγνωστο του σχολείου. Η ευχή της μάνας του και η παρουσία του πατέρα του του δίνει την αίσθηση της στήριξης και της προστασίας. Πλησιάζοντας όλο και περισσότερο στο σχολείο, ο φόβος και η αγωνία κορυφώνονται. Ο δάσκαλος φάνηκε στο κατώφλι κρατώντας μια μακριά βίτσα, το "κορυφαίο παιδαγωγικό εργαλείο". Άσχημος και αυστηρός ης προς τη μορφή. Οι συστάσεις ακολούθησαν με το δάσκαλο, ο οποίος καθησύχασε τον καπετάν Μιχάλη, ότι ο γιος του θα λάμβανε την καλύτερη παιδαγωγική με τη βοήθεια της «βίτσας». Ο Διευθυντής του σχολείου είχε έρθει με σπουδές από την Αθήνα και υιοθετούσε τη «Νέα Παιδαγωγική». Κάθε φορά που κάποιος μαθητής έκανε φασαρία τους ξεκούμπωνε τα παντελονάκια και ξεκινούσε τις βουρδουλιές, τα χτυπήματα με τη βίτσα μέχρι να βγει αίμα. Κάποια μέρα, ο νεαρός Ν. Καζαντζάκης σήκωσε το χέρι του, για να ρωτήσει το δάσκαλο σχετικά με την ύπαρξη της «Νέας Παιδαγωγικής» (Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σχολειό;). Στο άκουσμα αυτής της απορίας ο δάσκαλος αφήνιασε. Τον αποκάλεσε αυθάδη, τον διέταξε να ξεκουμπώσει το παντελόνι του και ξεκίνησε την εφαρμογή της «Νέας Παιδαγωγικής», τα χτυπήματα, τις βουρδουλιές. Πέρα από τη βάναυση παιδαγωγική συμπεριφορά του, ο δάσκαλος ήταν και πονηρός, λέγοντας στους μαθητές του να φέρουν μαζί τους αυγά ή βούτυρο, προκειμένου να καταλάβουν «καλύτερα» πώς ανακάλυψε ο Χριστόφορος Κολόμβος την Αμερική. Βασική ιδέα Το κείμενο αναφέρεται στις οδυνηρές εμπειρίες του Ν. Καζαντζάκη από αυταρχικές παιδαγωγικές αντιλήψεις και πρακτικές που ανήκουν πλέον στο παρελθόν. |