|
|
|
|
Σχεδίασμα Β' Απόσπασμα Ι
- Οι Μεσολογγίτες, ύστερα από δωδεκάμηνη πολιορκία από τους Τούρκους και τους Αιγυπτίους, μαστίζονται από την πείνα και από άλλες κακουχίες. - Στον κάμπο του Μεσολογγίου επικρατεί νεκρική σιγή. Ένα πουλί κελαηδάει και τρώει σπόρους (είναι ξένοιαστο και χορτάτο), ενώ η μάνα Μεσολογγίτισσα το ζηλεύει, αφού η ίδια πεινάει και οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια της μαρτυρούν την πείνα και την εξάντληση της (κατ' επέκταση πεινάει και το παιδί της, αφού δεν υπάρχει γάλα για το θηλασμό του). Πεινασμένος είναι και ο πολεμιστής (ένας από τους Σουλιώτες που είχαν καταφύγει εδώ ύστερα από την πτώση της ιδιαίτερης πατρίδας τους) που στέκεται παράμερα και απευθύνεται με παράπονο, με απογοήτευση, ίσως και ντροπή, στο τουφέκι του λέγοντας: «Έρμο και σκοτεινό τουφέκι μου, είναι περιττό να σε κρατώ στο χέρι, αφού μου φαίνεσαι βαρύ και δεν μπορώ να σε χρησιμοποιήσω από την εξάντληση της πείνας- και αυτό το ξέρουν δυστυχώς και οι Αγαρηνοί εχθροί». Απόσπασμα II Η ομορφιά της ανοιξιάτικης φύσης καλεί τους Μεσολογγίτες να απολαύσουν τη ζωή εγκαταλείποντας τον αγώνα τους. Ο Απρίλης και ο Έρωτας χορεύουν με γέλια και χαρές (= στην ανοιξιάτικη ξαναγεννημένη φύση κυριαρχεί η ομορφιά, η χαρά, η ξενοιασιά, ο έρωτας), ενώ εσένα, την ανθρώπινη φύση, σε περισφίγγουν με πολιορκία οι εχθροί με τόσα όπλα, όσα είναι τα άνθη και οι καρποί της άνοιξης.. Η ανοιξιάτικη φύση δεν προκαλεί μόνο με την πλούσια βλάστηση και με την ομορφιά γενικά των φυτών, αλλά και με τις εικόνες των ζώων και των άψυχων αντικειμένων , όπως με την εικόνα ενός κοπαδιού από λευκά πρόβατα, που βελάζουν και, καθώς μετακινούνται, καθρεφτίζονται στην επιφάνεια των νερών της ομορφιές του ουρανού. Επάνω, πάλι, από τα νερά της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου έφτασε με βιασύνη μια γαλάζια πεταλούδα, η οποία είχε κοιμηθεί μέσα στον ευωδιαστό άγριο κρίνο, και έπαιξε με την εικόνα της που σχηματίστηκε στην επιφάνεια του νερού. Αλλά και το σκουληκάκι βρίσκεται σε στιγμές χαράς και ευτυχίας. Γενικά η φύση έχει ονειρική ομορφιά και χάρη, με αποτέλεσμα να προσελκύει μαγευτικά τον άνθρωπο, αφού ακόμα και η μαύρη πέτρα και το ξερό χορτάρι φαίνονται ολόχρυσα.
- Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η ζωή μέσα στην ομορφιά της ανοιξιάτικης
φύσης, που ξεχύνεται και εκδηλώνεται τόσο ορμητικά και πληθωρικά από
παντού, αποτελεί πρόκληση για τους Μεσολογγίτες να την ακολουθήσουν
εγκαταλείποντας το χρέος του αγώνα, που θα τους οδηγήσει ίσως στο θάνατο. Σχεδίασμα Β', Απόσπασμα Ι Α. Το θέμα του κειμένου - Το θέμα αυτού του αποσπάσματος είναι η πείνα και η συνακόλουθη εξάντληση και του άμαχου πληθυσμού και των πολεμιστών που πολιορκούνταν στο Μεσολόγγι το 1826 (η λέξη πείνα αναφέρεται στον τρίτο στίχο).
- Δομή: Στο στ. 1 δίνεται σε γενικές γραμμές το σκηνικό του δράματος, στους στ. 2-3 η εξαντλημένη μάνα (ως εκπρόσωπος του άμαχου πληθυσμού) και στους στ. 4-6 η εικόνα του εξαντλημένου από την πείνα και αχρηστεμένου Σουλιώτη πολεμιστή. Β. Σχολιασμός
1. Πρώτος στίχος: το σκηνικό του δράματος Ο πρώτος στίχος δίνει με πυκνό λόγο την κατάσταση που επικρατεί (= βασιλεύει ) στο περιβάλλον, στον κάμπο του Μεσολογγίου, δημιουργώντας την εντύπωση της απόλυτης σιωπής, της ερημιάς, της ακινησίας - και κατ' επέκταση της απόγνωσης. Η εντύπωση αυτή γίνεται αισθητή με την κύρια λέξη σιωπή και με τους προσδιορισμούς της άκρα (= απόλυτη) και τον τάφου (= νεκρική). Η σιωπή είναι νεκρική, αφού ο θάνατος πλανιέται πάνω από την πόλη (θάνατοι από την πείνα, από τις αρρώστιες, από τις μάχες)· εξάλλου, αυτή η νεκρική σιγή ενδέχεται να είναι και το προμήνυμα της σφαγής των Μεσολογγιτών κατά την Έξοδο. Ίσως ο συνειρμός του αναγνώστη να φέρνει αντιθετικά στο νου του τη φασαρία που θα μπορούσε να επικρατεί στον κάμπο από τις γεωργικές δουλειές, οι οποίες θα άρχιζαν τώρα με την άνοιξη ή το θόρυβο της μάχης και την οχλοβοή της επικείμενης Εξόδου: ίσως δηλαδή η σιωπή να είναι η γαλήνη πριν από τη θύελλα.
2. Το περιεχόμενο και η λειτουργία του δεύτερου στίχου α. Μετά την ερημιά και τη νεκρική σιγή του πρώτου στίχου έρχεται ο δεύτερος με την παρουσία εμψύχων, καθώς και με δράση και συναισθηματική αντίδραση, που δηλώνονται με τη συσσώρευση τριών ρημάτων (σε σχέση με το ένα ρήμα του πρώτου στίχου). Τα δύο από αυτά τα ρήματα εκφράζουν (στο α' ημιστίχιο) την ξενοιασιά και την ελευθερία του πουλιού (λαλεί) και τη φυσιολογική διατροφή του (παίρνει σπυρί- σπυρί, σπόρο), ενώ στο β' ημιστίχιο το κλίμα αλλάζει: με τη δήλωση της συναισθηματικής στάσης γενικά της Μεσολογγίτισσας μάνας απέναντι στο χορτάτο πουλί (το ζηλεύει) υποδηλώνεται και το αίτιο του συναισθήματος: η μάνα πεινάει, κατ' επέκταση και το παιδί της, αφού δεν υπάρχει γάλα για θηλασμό και έτσι η γυναίκα δεν μπορεί να λειτουργήσει με την ιδιότητα της μάνας-τροφού: την έχει αποξενώσει η πείνα από αυτή την ιδιότητα της. β. Το συναίσθημα της μάνας αιτιολογείται καθαρά και αισθητοποιείται στο α' ημιστίχιο του τρίτου στίχου με μια παραστατική εικόνα: οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια της μαρτυρούν την πείνα και την εξάντληση της — και γενικά την τραγική θέση της. Σημειώνουμε την αντίθεση ανάμεσα στο χορτάτο πουλί και στην πεινασμένη μάνα. 3. ... στο μάτια η μάνα μνέει - στα μάτια η -μάνα μνέει (= ομνύει, ορκίζεται). .Είναι πιθανόν να σημαίνει ότι η πείνα, η σημαντικότερη βιολογικά στέρηση του ανθρώπου, αποτυπώνεται στα μάτια, που αποτελούν το πολυτιμότερο αγαθό του και είναι το πολυτιμότερο αγαθό, αφού ένας από τους βαρύτερους όρκους αναφέρεται σ' αυτά («στο φως μου» ή «στα μάτια μου» ). Η επανάληψη της λέξης μάτια δίνει πιο έντονα την εικόνα τους. Αυτό επιβεβαιώνεται από την αποφασιστική στάση της μάνας και του Σουλιώτη πολεμιστή. Το β' ημιστίχιο σε αντίθεση: "κι η μάνα το ζηλεύει". Η "μάνα", το ανθρώπινο πλάσμα, "ζηλεύει" το πουλί, που βρίσκει τροφή και είναι ευτυχισμένο κ' ελεύθερο στην απλωσιά του "κάμπου" και "λαλεί". Με την αντίθεση το "λαλεί" παίρνει ένταση και δικαίωση κ' ένα ιδιαίτερο νόημα, όπως αντίστοιχα και το "ζηλεύει". Το ανθρώπινο πλάσμα, το ανώτερο στην ιεραρχία των όντων, βρίσκεται σε κατώτερη μοίρα από το "πουλί" το υποδεέστερο. Το "Τα μάτια εμαύρισε" έκφραση απλή από τη γνωστή μεταφορά που από τη χρήση πήρε θέση κυριολεξίας: "μαύρισε το μάτι μου" και σημαίνει μεγάλη στέρηση εικονιστικά. Το β' ημιστίχιο συμπληρώνει το α' και το επιτείνει με το "μνέει" ορκίζεται. Κ' εδώ το ίδιο γνώρισμα: κυριολεξία και λιτότητα, με τις πιο απλές λέξεις, που από μόνη την τοποθέτηση τους λειτουργούν ποιητικά. Η επανάληψη "τα μάτια" — "στα μάτια" επισημαίνει το σημείο όπου φανερώνεται κει το "εμαύρισε" και το "μνέει" αντίστοιχα, εντείνοντας την αντίθεση με το "λαλεί". Οι τρεις πρώτοι στίχοι σχηματίζουν μερική ενότητα με νόημα ότι η "μάνα", η γυναίκα στην ιδιότητα της ως "μάνας", αργοπεθαίνει από την πείνα σιωπηλά, χωρίς διαμαρτυρία, με μια ανέκφραστη υπομονή, μια παθητική αντοχή, σύμφωνη με τη φύση της γυναίκας.» Ως προς τη φράση τα μάτια η πείνα εμαύρισε νομίζουμε ότι ο ποιητής είναι σαφής και δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά, κυριολεκτικά, τους μαύρους κύκλους που σχηματίζονται γύρω από τα μάτια λόγω της πείνας και της εξάντλησης. Η πείνα είναι ένας ισχυρός εξωτερικός παράγοντας, μια «εξωτερική δύναμη»,που την υπερνικούν και αυτήν, όπως όλες τις άλλες εξωτερικές δυνάμεις (την πρόκληση του έρωτα και της άνοιξης), παραμένοντας αμετακίνητοι στην απόφαση τους. Αυτό επιβεβαιώνεται από την αποφασιστική στάση της μάνας και του Σουλιώτη πολεμιστή. 4. Τα πρόσωπα και τα κοινά γνωρίσματα του α. Στο απόσπασμα ο ποιητής επιλέγει δύο πρόσωπα και μέσα από αυτά προβάλλει το δράμα των πολιορκημένων: τη Μεσολογγίτισσα μάνα, που εκπροσωπεί τον άμαχο πληθυσμό, και το Σουλιώτη υπερασπιστή του Μεσολογγίου, που εκπροσωπεί τους πολεμιστές. β. Τα δύο αυτά πρόσωπα έχουν κάποια κοινά γνωρίσματα: - και οι δύο είναι πεινασμένοι και εξαντλημένοι· - και οι δύο βρίσκονται παράμερα, στο περιθώριο' -και οι δύο είναι αλλοτριωμένοι, δηλαδή αποξενωμένοι από τις πραγματικές ιδιότητες τους (της τροφού και του πολεμιστή).
- Ο ποιητής επιλέγει την εκτενή αναφορά της μάνας (στους δύο από τους έξι στίχους του αποσπάσματος), για να προβάλει το δράμα των άμαχων πολιορκημένων, τους οποίους αυτή εκπροσωπεί, ενώ την αντιμετωπίζει με συμπόνια, επειδή λόγω της σωματικής εξάντλησης της δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα μητρικά της καθήκοντα (να δώσει τροφή στο παιδί της). 5. Το περιεχόμενο του 4ου στίχου - Ο Σουλιώτης: κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου βρίσκονταν μέσα σ' αυτό και πολλοί Σουλιώτες, που είχαν καταφύγει εδώ ύστερα από τους αγώνες του Σουλίου κατά του Αλήπασα και από την ηρωική πτώση του. - ο καλός: ο προσδιορισμός δηλώνει γενικά τα προτερήματα του άντρα και δε δηλώνει στο στενό πλαίσιο της ηθικής την «καλοσύνη» ενός ανθρώπου.
- Στους επόμενους στίχους δίνεται η εικόνα του Σουλιώτη (που εκπροσωπεί τους πολεμιστές) και η ψυχική του κατάσταση μέσα από τα λόγια του: ν' στέκει παράμερα: οι δύο λέξεις δείχνουν την υποχρεωτική αδράνεια (από την πείνα και την αδυναμία), τον «παροπλισμό», σχεδόν την αχρήστευση του πολεθα ήταν φυσικό το επίρρημα παράμερα υποδηλώνει ίσως και την ντροπή του Σουλιώτη για την κατάντια του. / κλαίει: η εικόνα του Σουλιώτη που κλαίει (όχι βέβαια από φόβο ή δειλία αλλά από φιλότιμο, πικρία και παράπονο) έρχεται σε αντίφαση με τη γενναιότητα και τη σκληρότητα ενός πολεμιστή" αυτό όμως που αρχικά παραξενεύει τον αναγνώστη, στη συνέχεια τον συγκλονίζει, μόλις αναλογιστεί το δράμα του πολεμιστή, που η πείνα τον έχει αλλοτριώσει, τον έχει αποξενώσει αναγκαστικά από την ιδιότητα του. 6. Οι στ. 5 και 6: Περιεχόμενο και εκφραστικά μέσα α. Περιεχόμενο - Ο Σουλιώτης απευθύνεται στο τουφέκι του, σαν να είναι έμψυχο (οι πολεμιστές βλέπουν το όπλο τους σαν σύντροφο), αποκαλώντας το έρμο και σκοτεινό (= παρατημένο, καημένο, δύστυχο) και θεωρώντας μάταιη την ύπαρξη του (είναι ουσιαστικά αχρηστεμένο). - Στον τελευταίο στίχο α) αιτιολογείται το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων στίχων και β) επιτείνεται η απελπισία του πολεμιστή, επειδή έχει την επίγνωση ότι και οι εχθροί («Αγαρηνοί» είναι οι μωαμεθανοί γενικά) γνωρίζουν την εξάντληση και την αδυναμία του, εξαιτίας της οποίας δεν μπορεί να σηκώσει το τουφέκι του και να το χρησιμοποιήσει, γιατί του φαίνεται βαρύ. Και αυτό είναι και το παράπονο του. Η εικόνα του πολεμιστή μας δημιουργεί θλίψη και συμπόνια γι' αυτόν, επειδή δεν μπορεί να πολεμήσει λόγω της πείνας και της σωματικής του εξάντλησης. β. Τα εκφραστικά μέσα και τα μέσα τεχνικής δίνουν πιο έντονα την τραγικότητα του προσώπου του πολεμιστή και είναι τα ακόλουθα: - η προσωποποίηση του τουφεκιού" -ο « δ ι ά λ ο γ ο ς» με τη χρήση του β' προσώπου" - η ερώτηση (στ. 5) - η μεταφορά (έρμο, σκοτεινό, βαρύ)- - η συνεκδοχή (Αγαρηνός αντί Αγαρηνοί). • Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το τουφέκι είναι άχρηστο από την έλλειψη πολεμοφοδίων, αλλά αυτό δεν προκύπτει από κανένα σημείο του ποιητικού κειμένου. 7. Συναισθήματα - Στο απόσπασμα προβάλλονται καθαρά κάποια συναισθήματα, ενώ άλλα υπονοούνται. Εκείνα που δηλώνονται είναι η ζήλια που νιώθει η μάνα για το πουλί (το ζηλεύει) και η θλίψη του Σουλιώτη (κλαίει), ενώ στους δύο τελευταίους στίχους υποδηλώνεται η πικρία και η απογοήτευση του, που φτάνει στα όρια της απελπισίας. 8. Σχήματα λόγου - Τα σχήματα λόγου του αποσπάσματος είναι τα ακόλουθα: -η μεταφορά (τον τάφου, βασιλεύει, έρμο, σκοτεινό)· - το υπερβατό (άκρα τον τάφου σιωπή) ·
• η παρήχηση του -λ-, έστω και
με τρία μόνο -λ- (λαλεί πουλί)" - η προσωποποίηση του τουφεκιοι - η συνεκδοχή (Αγαρηνός αντί Αγαρηνοί\ - η επανάληψη (σαν επαναφορά): τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει.
|