Λεξιλογικά  - πραγματολογικά

μέτωπο :ο ποιητής αναφέρεται στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

μπροστά: η πρώτη γραμμή του πολέμου,

σκόλη: μέρα αργίας, γιορτάσιμη μέρα,

πιάνω τις γραμμές: καταλαμβάνω, οχυρώνομαι.

Αρτινοί: το σύνταγμα της Άρτας,

κι απάνω που: κι όταν ακριβώς,

αχός: ήχος.

αχολόι: σύνολο συγκεχυμένων ήχων,

βαδίζαμε: η πορεία γινόταν τη νύχτα, για να μην τους εντοπίζουν τ' αεροπλάνα,

καταβουλιάζω: βουλιάζω πολύ βαθιά,

βολετό: μπορετό, κατορθωτό,

τι: γιατί,

ανυπόφερτο: ανυπόφορο,

κινώ: ξεκινώ,

ζα: ζώα,

πριχού: πριν.

κατέχω: (μτφρ.). γνωρίζω καλά.

σιδερικό: όπλο.

ξορκισμένα να 'ναι: να έχουν υποστεί εξορκισμό, δηλ. με μαγικά λόγια να έχουν απομακρυνθεί σαν πονηρά πνεύματα, σαν ανεπιθύμητα,

το γύρο του προσώπου: όλο το πρόσωπο,

χείλο: χείλη,

μπουλούκι = ασύντακτο πλήθος ανθρώπων,

 ανάκατο = ανακατεμένο.

θαρρώ: νομίζω,

απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές: μαζί τους βάδιζαν και παλαιότεροι πολεμιστές που ήταν τώρα νεκροί,

κεφαλοπάνι = μαντίλι του κεφαλιού,

μπαλτζής: μελισσοκόμος (εδώ ο οπλισμένος με πελέκι),

βλοσυρός = αγριωπός, τρομακτικός,

απελάτες: οι φρουροί των συνόρων του Βυζαντινού κράτους. Ήσαν άτακτα σώματα και αντιστοιχούν με τους αρματολούς και κλέφτες της Τουρκοκρατίας,

σκουταροφόρος: αυτός που έχει ασπίδα.(σκουτάρι)

αγκομαχώ: ανασαίνω δύσκολα, λαχανιάζω,

αντάρα: κακοκαιρία, ομίχλη,

απαντώ: συναντώ, τραβώ: (μετφρ.) πηγαίνω,

από την πίσσα... θειάφι (μτφρ.): εννοεί την καταστροφή, τη φωτιά και τον όλεθρο του πολέμου,

μουσούνισμα: ξεφύσημα με κλειστό στόμα,

ρόγχος: δύσκολη και θορυβώδης αναπνοή όσων ψυχορραγούν.

γιουρούσι: αιφνιδιαστική επίθεση, ότι: διότι,

φωτοβολίδα: είδος σήματος που ρίχνεται με ειδικό πιστόλι κυρίως κατά τη νύκτα και καθοδηγεί τις βολές των τμημάτων που βρίσκονται στο έδαφος σύμφωνα με τις υποδείξεις των αεροπλάνων.